29.9.13

Οι λωτοί της Ελπίδας


Υπάρχουν φορές που έχω όρεξη και έμπνευση και θέλω να ράψω κάτι περίτεχνο και καινούριο και προσεγμένο, και υπάρχουν άλλες φορές, που θέλω ακριβώς το αντίθετο. Είναι πολλές αυτές οι φορές οι τελευταίες, οφείλω να ομολογήσω.
Είχα, που λες, ένα ύφασμα, το οποίο προορίζονταν να γίνει υποκάμισο ανδρικό. Αλλά δεν του βγήκε. Φαίνεται πως η μοίρα του ήταν να γίνει φούστα σουρωτή (όχι κλαρωτή). Με ρίγες ανάγλυφες σε αποχρώσεις του ροζ και του βεραμάν, ήταν πιο αρμόζον, δε νομίζεις;
 Το όλο κόνσεπτ στην ευκολία είναι το εξής: Κόβεις δύο ορθογώνια παραλληλόγραμμα, ένα για εμπρός και ένα για πίσω. Τα σουρώνεις (άνευ μπύρας και αλκοόλ γενικότερα, μα με τρυπώματα), τα ενώνεις στη μία πλαϊνή μεριά, και σε αυτό ακριβώς το σημείο σου έρχεται το δίλημμα: να φτιάξω φερμουάρ (μία τέτοια έχω φτιάξει εδώ και εδώ) ή να βάλω τούνελ με λάστιχο; Το διαβολάκι στα δεξιά μου μου είπε ότι πρέπει να βάλω λάστιχο να τελειώνω, αλλά το αγγελάκι από την άλλη πλευρά επέμενε ότι το λάστιχο δεν είναι το φρόνημο πράγμα να κάνω, γιατί είναι ογκώδες, και καθόλου μα καθόλου κομψό. Έτσι, διχασμένη ανάμεσα στην ευκολία και στην ομορφιά, ικανοποίησα και τα δύο (νομίζω). Έπεσε το μάτι μου κάπου στο διαδίκτυο (δυστυχώς δε μπορώ να βρω το λινκ τώρα, είχε και φωτογραφίες με τη διαδικασία) σε ένα τουτόριαλ για το ράψιμο φούστας, στην οποία δεν υπήρχε φερμουάρ, αλλά λάστιχο μόνο στο πίσω μέρος της φούστας. Δηλαδή, μπροστά φαίνεται ένα κανονικό ζωνάκι φούστας, ίσιο και επίπεδο, αλλά πίσω υπάρχει ένα τούνελ από το οποίο περνάει το λάστιχο και σφίγγει. Μπρίλιαντ!, σκέφτηκα.
Λοιπόν, για να μην τα πολυλογώ, η διαδικασία αποδείχτηκε τελικά πιο μπελαλίδικη από ό,τι να έφτιαχνα ένα φερμουάρ και να τελείωνε εκεί η υπόθεση. Επιπρόσθετα, δεν είχα στενό λάστιχο στις προμήθειές μου και έβαλα ένα φαρδούτσικο, το οποίο, φυσικά, τώρα είναι στριμωγμένο και γυρισμένο εκατό φορές μέσα στο τούνελ, και έχει γίνει ογκώδες και όχι πολύ όμορφο, πρέπει να ομολογήσω. Τέλος πάντων, η φούστα έγινε καλή, φοριέται άνετα, αλλά αυτό με το λάστιχο δύσκολα το ξανακάνω: φερμουάρ και πάλι φερμουάρ, σου λέω.
Με τούτα και με κείνα, το περασμένο Σαββατοκύριακο πήγαμε εκδρομή στην Ελπίδα, τη μαμά της φίλης μου της Κικής. Φάγαμε (πάρα πολύ, ευτυχώς υπήρχε το λάστιχο και μου έδωσε έναν αέρα), και κάπου μεταξύ τυρού και αχλαδίου, βγήκαμε έξω και βγάλαμε αυτές τις φωτογραφίες στον φροντισμένο κήπο με τους λωτούς και τα ρόδια. Το λάστιχο στη μέση κατάφερα και το έκρυψα με το ζακετάκι που πέφτει πάνω του, οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Δες με, στον κήπο της Ελπίδας, να προσπαθώ να (μην) κόψω λωτούς για να θυμηθώ να μην ξεχάσω (ή κάτι τέτοιο), και ρόδια για το γούρι του όλου.










22.9.13

Ρετρό τριανταφυλλάκια


 Την αγάπη μου για τα ρετρό-οτιδήποτε, την έχεις καταλάβει, πιστεύω, μέχρι τώρα. Δεν ξέρω τί είναι αυτό που με ελκύει σε αντικείμενα που γεννήθηκαν σε περασμένη δεκαετία, αλλά η αλήθεια είναι ότι μου ασκούν μεγάλη γοητεία και μου δημιουργούν μία επιθυμία να θέλω να τα αποκτήσω (aka ο ρακοσυλλέκτης).
Όταν, λοιπόν, ξεκίνησα να ράβω, πήγα και κατέβασα το πατάρι της καλής μου της θείας που κάποτε ραβότανε, και που με χαρά μου παραχώρησε ό,τι άξιζε από εκεί μέσα. Έτσι, βρέθηκα με μία μεγάλη στοίβα από υφάσματα της δεκαετίας του ογδόντα και του εβδομήντα, και κάποια ίσως και πιο παλιά. Τώρα, μπορεί κάποιος να τα δει και να πει, τί παλιατζούρες είναι αυτές; Κι εγώ θα του πω, άντε από δω, που είναι παλιατζούρες τα ωραία μου τα υφασματάκια! Καταλαβαίνω ότι μπορεί κάποιος να μην το κατανοεί αυτό, και υπάρχουν και φορές που κι εγώ, από την μανία μου να αποκτήσω κάτι παλιό/παλιακό, ξεχνάω εντελώς οποιοδήποτε κριτήριο ποιότητας. Θέλω να πω, κάποτε φτιάχνανε όντως ωραία πράγματα, ποιοτικά και δε συμμαζεύεται (ξέρεις τώρα, δεν-τα-φτιάχνουν-πια-όπως-κάποτε τύπου), αλλά φτιάχνανε σίγουρα και πολλά "φθηνά" πράγματα. Ε, αυτά τα τελευταία, μαθαίνω σιγά σιγά να τα ξεχωρίζω και να τα αρνούμαι.
Για να μην τα πολυλογώ, που λες, ένα από τα υφάσματα που μου έδωσε η θεία μου τότε, ήταν και ένα ωραιότατο μονόφαρδο (δηλαδή με απόσταση από ούγια σε ούγια γύρω στο μέτρο, τώρα τα υφάσματα βγαίνουν συνήθως διπλόφαρδα, δηλαδή με φάρδος γύρω στο 1,40 μέτρα), με ωραία λουλουδάκια σε σειρές, και λίγο κράτημα. Σαν πυτζάμα λίγο, αλλά εμένα μ' άρεσε.
Έχω πει πολλές φορές ότι για όλα τα υφάσματα έρχεται η ώρα τους, και η στιγμή που θα ακουστεί το κλικ και θα κολλήσουνε με κάποιο πατρόν. Όλα τα υφάσματα που έχω στοκάρει (και έχω πολλά πλέον) περιμένουν τη στιγμή τους για να λάμψουν (εντάξει, αυτό είναι μία μικρή δικαιολογία για να μαζεύω και να μαζεύω και να μαζεύω...., αλλά ακούγεται ρομαντικό, έτσι δεν είναι;).
Για αυτό το συγκεκριμένο ύφασμα η στιγμή ήρθε τις προάλλες, που ξεφύλλιζα το Burda του Ιουλίου. Στις σελίδες του είχε μία ανατύπωση ενός πατρόν από το '60, το οποίο ευθύς αμέσως κάθησα και ξεπατίκωσα.
Η μπλούζα ήταν εύκολη στην κατασκευή της, δύο πένσες μπροστά, δύο μικρούλικες ψηλά στην πλάτη, και ένα ωραίο άνοιγμα πίσω (για να μπορείς να τη φοράς με ευκολία) με ένα κουμπάκι, το οποίο το έβαλα περλέ και του έφτιαξα και μία θηλιά με κλωστή (ωραία τεχνική αυτή, να σου τη δείξω κάποια στιγμή). Το αποτέλεσμα είναι αυτό, φωτογραφισμένο στην "χρυσή ώρα", δηλαδή στην ώρα που ο ήλιος δύει, κάπου στο πουθενά:













20.9.13

Το Νήμα


Λέω να σου μιλήσω για ένα βιβλίο σήμερα. "Το Νήμα" το πήρα πριν από αρκετό καιρό, μετά από την προτροπή μίας γνωστής μου (ευχαριστώ Σταυρούλα), η οποία, γνωρίζοντας την ασχολία μου με τη ραπτική, μου είπε ότι θα μου αρέσει πάρα πολύ, αλλά το άνοιξα τελικά να το διαβάσω πριν λίγες μέρες. Το πρώτο βιβλίο της Victoria της Hislop (το πρώτο που έγινε γνωστό, δηλαδή, δεν ξέρω αν ήταν γενικώς το πρώτο της), το πασίγνωστο "Νησί" (του Mega) δεν το είχα διαβάσει τότε, διότι παθαίνω μία άρνηση με τα βιβλία που γίνονται ταινίες ή σειρές και γίνεται μετά χαμός. Μισώ, επίσης, να βλέπω πρώτα τη μεταφορά τους στην οθόνη, και μετά να διαβάζω το βιβλίο, επειδή νομίζω ότι σου κόβει μία μεγάλη χαρά του βιβλίου, το να φαντάζεσαι τους ήρωες όπως τους θες εσύ, και να μη σε περιορίζουν τα πρόσωπα που έχουν παίξει τους ρόλους. Το είχα πάθει αυτό παλιότερα με την "Αίθουσα του θρόνου": εκπληκτική σειρά, λατρεμένη και κούκλα η Ναυπλιώτου (μα τί φωνή και χαμόγελο αυτή η κοπέλα). Με είχε ενθουσιάσει η μεταφορά της. Μα, όταν αποφάσισα να διαβάσω το βιβλίο του Αθανασιάδη, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται τα πρόσωπα του σίριαλ ενώ διάβαζα, και ξενέρωσα. Δεν το τελείωσα ποτέ. Αντιθέτως, τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών τον διάβασα πρώτα, και μετά από κάποια χρόνια είδα τις ταινίες όταν βγήκαν. Αυτό, μάλιστα. Είχα ενθουσιαστεί, που έβλεπα τους ήρωες και τα τοπία που φανταζόμουν, να οπτικοποιούνται. Ήταν και εξαιρετική η μεταφορά, κατά τη γνώμη μου (αν και είχε κάποιες διαφορές στο σενάριο-αλλά αυτή είναι μία άλλη ιστορία).

Εκδόσεις headline review

Έχω μία συνήθεια, πρέπει να σου το πω αυτό: τα βιβλία που διαβάζω, τα αγοράζω κυρίως γραμμένα στα αγγλικά. Ένας λόγος είναι ότι είναι, νομίζω, καλύτερα να διαβάζεις ένα λογοτεχνικό πόνημα γραμμένο στην αρχική γλώσσα στην οποία γράφτηκε (αν αυτή είναι η αγγλική, στην περίπτωσή μου). Όσο καλή και να είναι η μετάφραση, πάντα κάτι θα χάνει από αυτό που αρχικά ήθελε να πει ο συγγραφεύς. Μπορεί να είναι και καλύτερη η μετάφραση, βέβαια, από το αρχικό, αλλά και πάλι δεν θα είναι το ίδιο. Άσε που, διαβάζοντας σε άλλη γλώσσα, είναι σα να ξεφεύγει το μυαλό σου σε έναν άλλον κόσμο. Ακούς τις λέξεις στο μυαλό σου σε άλλη γλώσσα, και αυτό σε βγάζει από τα συνηθισμένα, είναι άλλη αίσθηση για μένα. Ένας δεύτερος και πολύ σημαντικός λόγος είναι ότι οι εκδόσεις που παίρνω είναι σαν τα ΒΙΠΕΡ του τότε, ελαφριές και με ευτελές χαρτί, που κάνει το βιβλίο, βασικά, φθηνό. Ναι, είναι τόσο πεζό: το αγοράζω γιατί είναι φθηνό. Και είναι και πολύ ελαφριά αυτά τα βιβλία, μπορείς να τα κουβαλάς άνετα στην τσάντα σου ή στα ταξίδια σου, ή στην παραλία, και να μην σου πιάνεται το χέρι να τα κρατάς, και δεν τα λυπάσαι αν τα τσαλακώσεις λίγο ή αν βραχούν από το θαλασσινό νερό ή το αντηλιακό. Τα ζεις, βρε παιδί.
Πίσω στο Νήμα: Είναι ένα από τα βιβλία που πιάνεις και δε μπορείς να το αφήσεις. Είναι μία πολύ όμορφη ιστορία, και η Hislop έχει πολύ μεστή, απλή (μεγάλο προτέρημα η απλότητα σε ένα συγγραφέα, κατά τη γνώμη μου) και γλυκιά γραφή. Αλλά αυτά τα ξέρεις, μάλλον, ήδη, και τα έχουν πει και άλλοι καλύτερα από μένα. Εγώ δύο πράγματα θέλω να σου πω γι' αυτό το βιβλίο: το πρώτο είναι ότι η πλοκή διαδραματίζεται στη Θεσσαλονίκη. Στην ουσία αφηγείται τη ιστορία της πόλης από την αρχή του εικοστού αιώνα, και φτάνει μέχρι την αρχή του εικοστού πρώτου, μέσα από τις ιστορίες μίας οικογένειας ανθρώπων. Ένας από αυτούς τους ανθρώπους, και μάλιστα η πρωταγωνίστρια, είναι μία μοδίστρα, η Κατερίνα, η οποία ήταν μία από τις καλύτερες μοδίστρες της Θεσσαλονίκης. Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος για τον οποίο μου άρεσε πολύ το βιβλίο (και γι' αυτό και μου το συνέστησαν). Μου άρεσαν πάρα πολύ οι περιγραφές παλιών υφασματάδικων, ειδών ραπτικής και ραφείων, και των τρόπων με τον οποίο ράβανε τότε. Πραγματικά, τα απόλαυσα αυτά τα κομμάτια!
Στο τέλος δε της ιστορίας, η συγγραφέας παραθέτει ένα, τύπου, παράρτημα, στο οποίο αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο γεννήθηκε η ιδέα αυτού του βιβλίου, μετά από την πρώτη της επίσκεψη στη Θεσσαλονίκη κάποια χρόνια πριν, και την εντύπωση που της είχε κάνει τότε η πόλη. Της φάνηκε, όταν πρωτοήρθε, λέει, πολύ διαφορετική από τις άλλες ελληνικές πόλεις του Νότου που είχε μέχρι τότε επισκεφτεί, και της άσκησε μία γοητεία. Μέσα σε μια-δυο σελίδες δίνει μία εικόνα της Θεσσαλονίκης που μόνο ένας ξένος μπορεί να δει (εμείς προσπερνάμε τις όμορφες λεπτομέρειές της καθημερινά, χωρίς να δίνουμε και μεγάλη σημασία), και σε κάνει να την εκτιμήσεις ακόμα περισσότερο και να χαίρεσαι και να εμπνέεσαι που ζεις μέσα σε μία πόλη με τόσο πλούσια ιστορία και τέτοια δύναμη να αντεπεξέρχεται στις δυσκολίες που της ρίχνουν σχεδόν ανελέητα οι αιώνες.

5.9.13

Είναι που δε φορούσα εμπριμέ

Είπα, δε γίνεται να αφήσω να περάσει το καλοκαίρι (περίπου), και να μην σου δείξω κάτι από τα καλοκαιρινά μου πονήματα (ότι δε θα μπορούσες να κοιμηθείς αλλιώς).
Και λοιπόν, που λες, σου το έχω ξαναπεί, αλλά θα το ξαναπώ: κάποτε φορούσα μόνο μαύρα. Χειμώνα-καλοκαίρι. Α, και αρβυλάκια. Όχι, μη σκιάζεσαι, δεν θα σου δείξω φωτογραφίες, αυτά άλλωστε συνέβαιναν πριν πολλά (πολλά) χρόνια. Σε κάποια στιγμή, βέβαια, άρχισα να το ξανοίγω το θέμα. Φορούσα τότε και άσπρες μπλούζες, καμία εκρού, τίποτε σκοτωμένο ροζ, καταλαβαίνεις τώρα εσύ. Μονοχρωμία, πάντως. Το θέμα εκτροχιάστηκε εντελώς πριν καμία τριετία, όταν άρχισα να ράβω. Διότι, όσο και να πεις, είναι πολύ βαρετό να κόβεις και να ράβεις σε μονόχρωμο ύφασμα. Έτσι, με τούτα και με κείνα, άρχισα να ράβω (και να φοράω, ως εκ τούτου) και χρωματιστά. Αυτή είναι, εν συντομία η ιστορία (τί περίμενες, δηλαδή;).
Με αυτό το μουντ (το πλουμιστό) πήγα στην Εύη πριν μερικές εβδομάδες. Και είδα ένα βαμβακερό εμπριμέ, το οποίο για κάποιο λόγο δε μου γέμιζε και πολύ το μάτι για να το κάνω φόρεμα (γιατί για φόρεμα έψαχνα όταν πήγα). Αλλά το πήρα, επειδή μου άρεσε πολύ το ντεσέν του. Το κακό ήταν ότι ήταν το τελευταίο του ρολού, και ήταν μόνο ένα μέτρο στο μήκος. Είπα, θα κάνω ένα απλό φορεματάκι, σε γραμμή άλφα, να ξεφύγω από τα πολύ δομημένα φορέματα που συνήθως φτιάχνω. Απλά και ωραία. Άνετα, βρε παιδί. Εσύ είσαι που το λές; Πάρε να 'χεις: στο σπίτι συνειδητοποίησα ότι το ύφασμα είχε φάρδος 1,10 και όχι 1,40-1,50 μέτρα, που έχουν συνήθως τα διπλόφαρδα υφάσματα. Έτσι, προσπαθώντας να σκεφτώ έναν τρόπο να μου φτάσει το ύφασμα, είπα να συνδυάσω και ακόμα ένα χρώμα. Και αυτό έκανα. Έκοψα, που λες, λωρίδες-λωρίδες το εμπριμέ, και το ένωσα με αντίστοιχες λωρίδες μονόχρωμου σιέλ υφάσματος, και τις ένωσα, για να κάνω μία φούστα με κουφόπιετες. Το πάνω κομμάτι, το άφησα όλο σε εμπριμέ, και το έκοψα με βάση ένα μπλουζάκι, που έχω φτιάξει σε διάφορες παραλλαγές (μία είναι εδώ), και δεν είναι άλλο από το Sorbetto της Colette. Είναι ένα πατρόν που το κατεβάζεις δωρεάν, το φτιάχνεις πολύ γρήγορα, και έχει και την τσαχπινιά του (δηλαδή, την πιέτα στο κέντρο μπροστά). Αυτό που έκανα, ήταν να "κόψω" το πατρόν ακριβώς εκεί που έδειχνε ότι είναι η μέση. Επίσης, την πιέτα στο κέντρο δεν την άφησα ελεύθερη, αλλά την έραψα πάνω στη μπλούζα. Και μετά, το ένωσα με τα χίλια-δυο κομμάτια της φούστας (τα οποία επί ώρες τα έραβα το ένα με το άλλο και τα καρίκωνα για να μην ξεφτίσουν-πολλή δουλειά, λέμε). Και, επειδή έκανα που έκανα τόσο κόπο, είπα να φοδράρω και το πάνω μέρος με το μονόχρωμο σιέλ (ξέρεις την άποψή μου για το φοδράρισμα, αλλά για κάποιο λόγο έπρεπε να το κάνω-ψυχαναγκασμός;).
Παρακάτω σου το δείχνω, φορεμένο. Είναι λίγο τσαλακωμένο και οι πιέτες του πηγαίνουν όπου νά 'ναι, καθώς το φορούσα και καθόμουν μερικές ώρες πριν το φωτογραφίσουμε, επίσης το πάνω μέρος είναι μία ιδέα πιο στενό από ό,τι έπρεπε και φαίνεται ολίγον τι, και στο πίσω μέρος έχει ένα κενό στο μέρος της μέσης, το οποίο, παρά το γεγονός ότι πρόσθεσα δύο πένσες πίσω στη μέση, παρέμεινε για κάποιον ενοχλητικό λόγο. Αλλά δεν άντεχα άλλο να το πειράξω. Παρόλα αυτά, φοριέται μια χαρά (νομίζω).